ένα φως που δεν σβήνει ποτέ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Στο υπέροχο, σύντομο κείμενο «Σημειώσεις ενός Εκδότη» - γραμμένο τον Φεβρουάριο του 1922 όταν οι Μπολσεβίκοι, αφού είχαν κερδίσει τον εμφύλιο ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, έπρεπε να καταφύγουν στη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΟΠ) και να επιτρέψουν έναν ευρύτερο ρόλο στην οικονομία της αγοράς και την ιδιωτική περιουσία - ο Λένιν χρησιμοποιεί την αναλογία ενός ορειβάτη που υποχωρεί στην πρώτη του προσπάθεια να φτάσει στην κορυφή, για να περιγράψει τι σημαίνει η υποχώρηση σε μία επαναστατική διαδικασία, και πως μπορεί να γίνει χωρίς να προδοθεί οπορτουνιστικά ο σκοπός.
Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο που ανεβαίνει ένα πολύ ψηλό, απότομο και έως τώρα ανεξερεύνητο βουνό. Ας υποθέσουμε ότι έχει ξεπεράσει ανυπέρβλητες δυσκολίες και κινδύνους και ότι έχει καταφέρει να φτάσει ψηλότερα από κάθε άλλον, χωρίς ακόμα να έχει φτάσει στην κορυφή. Βρίσκει τον εαυτό του σε μία κατάσταση, όπου δεν είναι απλά δύσκολο και επικίνδυνο να ακολουθήσει το μονοπάτι που διάλεξε, αλλά πραγματικά αδύνατο.1
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, γράφει ο Λένιν:
Αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, να κατέβει, να βρει ένα άλλο μονοπάτι, ίσως μακρύτερο, άλλα τέτοιο που θα του επιτρέψει να φτάσει στην κορυφή. Η κατάβαση από το ύψος στο οποίο κανείς ποτέ δεν έφτασε πριν από αυτόν αποδεικνύεται δυσκολότερη και πιο επικίνδυνη από την ανάβαση για τον φανταστικό μας ορειβάτη. Είναι πιο εύκολο να γλυστρίσει, δεν είναι τόσο εύκολο να διαλέξει σταθερά σημεία, δεν υπάρχει ο ενθουσιασμός που αισθάνεται κανείς όταν ανεβαίνει, όταν προχωράει κατευθείαν προς το στόχο του. Πρέπει να δεθεί με ένα σκοινί, να σπαταλήσει ώρες για να φτιάξει με τη σκαπάνη του τα κατάλληλα σταθερά σημεία για να δέσει το σκοινί του. Πρέπει να κινηθεί με ρυθμούς σαλιγκαριού, και να γυρίσει προς τα πίσω, απομακρυνόμενος από τον στόχο του. Και δεν γνωρίζει που θα τελειώσει η επικίνδυνη και επίπονη κατάβαση, ή εάν υπάρχει μία σχετικά ασφαλής παράκαμψη από την οποία θα καταφέρει σίγουρα, γρήγορα και απευθείας να ανέβει στην κορυφή.
Θα ήταν φυσικό για έναν ορειβάτη σε αυτήν την κατάσταση να νιώσει «σε κάποιες στιγμές απελπισία». Πιθανότατα, αυτές οι στιγμές θα ήταν περισσότερες και συγχρόνως λιγότερο υποφερτές, εάν μπορούσε να ακούσει τις φωνές αυτών που βρίσκονται κάτω, που «μέσω τηλεσκοπίου και από ασφαλή απόσταση, παρακολουθούν την κατάβαση»: «Οι φωνές ηχούν χαιρέκακα. Δεν κρύβονται, γελούν μοχθηρά και φωνάζουν: Θα πέσει! Του αξίζει, του τρελού!». Άλλοι προσπαθούν να κρύψουν την ύπουλη χαρά τους, συμπεριφερόμενοι όπως ο Ιούδας Γκολόβλυοφ, ο περιβόητα υποκριτικός τσιφλικάς στο μυθιστόρημα του Σάλτικοφ-Σεντρίν Η Οικογένεια Γκολόβλυοφ
Γκρινιάζουν και σηκώνουν το βλέμμα με θλίψη στον ουρανό, σαν να λένε: Μας θλίβει βαθιά να βλέπουμε ότι οι φόβοι μας επιβεβαιώνονται! Δεν ζητήσαμε εμείς, που ξοδέψαμε όλη μας τη ζωή να σχεδιάζουμε συνετά την χαρτογράφηση του βουνού, την αναβολή της ανάβασης έως ότου ολοκληρωθεί το σχέδιό μας; Και αν αντιταχθήκαμε έντονα στο μονοπάτι που αυτός ο τρελός τώρα εγκαταλείπει (Κοίτα, κοίτα, γύρισε πίσω! Κατεβαίνει! Ένα μόνο βήμα του παίρνει ώρες προετοιμασίας! Και όμως, προπηλακιστήκαμε έντονα, όταν ξανά και ξανά απαιτούσαμε προσοχή και σύνεση!), αν με πάθος λογοκρίναμε αυτόν τον τρελό και προειδοποιήσαμε τους πάντες να μην τον μιμηθούν, ούτε να τον βοηθήσουν, το κάναμε μόνο εξαιτίας της αφοσίωσής μας στο μεγάλο σχέδιο της χαρτογράφησης του βουνού, και με σκοπό να εμποδίσουμε την απαξίωση του.
Ευτυχώς, συνεχίζει ο Λένιν, ο φανταστικός ορειβάτης μας δεν μπορεί να ακούσει τις φωνές των «αληθινών φίλων» της ιδέας της ανάβασης. Αν μπορούσε, «πιθανότατα θα του προκαλούσαν ναυτία» - «και λέγεται ότι η ναυτία δεν βοηθάει να έχει κανείς καθαρό μυαλό και σίγουρο βήμα, ειδικά στα μεγάλα ύψη».
Φυσικά, μία μεταφορά δεν είναι μία απόδειξη: «κάθε αναλογία είναι ανεπαρκής». Ο Λένιν στη συνέχεια αρθρώνει την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η νεοσύστατη σοβιετική δημοκρατία:
Το προλεταριάτο στη Ρωσία ανυψώθηκε τρομερά κατά την επανάστασή του, όχι μόνο αν το συγκρίνει κανείς με το 1789 και το 1793, αλλά ακόμα και με το 1871. Πρέπει να καταγράψουμε ό,τι καταφέραμε και ό,τι δεν καταφέραμε με όση νηφαλιότητα, καθαρότητα και σαφήνεια είναι δυνατόν. Αν το κάνουμε αυτό θα μπορέσουμε να κρατήσουμε το μυαλό μας καθαρό, δεν θα υποφέρουμε από ναυτία ή παραισθήσεις και δεν θα απελπιζόμαστε.
Αφού παραθέσει τις επιτυχίες του Σοβιετικού κράτους μέχρι το 1922, ο Λένιν εξηγεί τι δεν έχει γίνει:
Αλλά δεν έχουμε ακόμα χτίσει ούτε καν τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας, και οι εχθρικές δυνάμεις του ετοιμοθάνατου καπιταλισμού μπορούν ακόμα να μας εμποδίσουν. Πρέπει να το εκτιμήσουμε καθαρά αυτό και ειλικρινά να το παραδεχτούμε. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από τις ψευδαισθήσεις (και τον ίλιγγο, ιδιαίτερα στα μεγάλα ύψη). Και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα το φοβερό, τίποτα που να δικαιολογεί την παραμικρή μελαγχολία, στην παραδοχή αυτής της πικρής αλήθειας. Γιατί πάντοτε τονίζαμε και επαναλαμβάναμε τη βασική αλήθεια του Μαρξισμού - ότι για τη νίκη του σοσιαλισμού είναι αναγκαία η συντονισμένη προσπάθεια των εργατών αρκετών ανεπτυγμένων κρατών. Είμαστε ακόμα μόνοι μας σε μία καθυστερημένη χώρα, μία χώρα που καταστράφηκε περισσότερο από άλλες, αλλά έχουμε καταφέρει πολλά.
Επιπλέον, σημειώνει ο Λένιν, “διατηρήσαμε ακέραιο τον στρατό των επαναστατικών προλεταριακών δυνάμεων, την τακτική του επιδεξιότητα. Κρατήσαμε τα μυαλά μας καθαρά και μπορούμε νηφάλια να υπολογίσουμε που, πότε και πόσο να οπισθοχωρήσουμε (ώστε να εφορμήσουμε ακόμα μακρύτερα). Και που, πότε και πως να δουλέψουμε για να αλλάξουμε ό,τι δεν έχει ακόμα τελειώσει.” Και συμπεραίνει:
Είναι καταδικασμένοι οι Κομμουνιστές που φαντάζονται ότι είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί ένα τέτοιο συγκλονιστικό εγχείρημα, όπως η βάση των θεμελίων της σοσιαλιστικής οικονομίας, χωρίς να γίνουν λάθη, χωρίς υποχωρήσεις, χωρίς πολυάριθμες τροποποιήσεις στο μισοτελειωμένο και στο λάθος καμωμένο. Οι Κομμουνιστές που δεν έχουν παραισθήσεις, που δεν αφήνουν χώρο στην απόγνωση, που διατηρούν τη δύναμη και την ευελιξία «να αρχίζουν από την αρχή» ξανά και ξανά όταν προσεγγίζουν ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα, δεν είναι καταδικασμένοι (και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αφανιστούν).
Απότυχε καλύτερα
Ο Λένιν εδώ, σαν καλός Μπεκετιανός, προμηνύει τη φράση από το Worstward Ho : «Προσπάθησε πάλι. Απότυχε πάλι. Απότυχε καλύτερα.»2 Η κατακλείδα του – να αρχίζει κανείς πάλι από την αρχή – μας κάνει ξεκάθαρο ότι δεν μιλάει απλώς για μία επιβράδυνση και ενίσχυση αυτού που ήδη έχει επιτευχθεί, αλλά για κατάβαση στο σημείο εκκίνησης: πρέπει κανείς να ξεκινά από την αρχή, όχι από εκεί που κατάφερε μέχρι τώρα να φτάσει. Στην ορολογία του Κίρκεγκαρντ, η επαναστατική διαδικασία δεν είναι μία σταδιακή πρόοδος, αλλά μία επαναλαμβανόμενη κίνηση, μία κίνηση επανάληψης της αρχής, ξανά και ξανά.
Ο Γκέοργκ Λούκατς έκλεισε το προ-μαρξιστικό αριστούργημά του Η Θεωρία του Μυθιστορήματος με τη διάσημη πρόταση: «Το ταξίδι τελείωσε, το ταξίδι τώρα αρχίζει.» Αυτό είναι που συμβαίνει τη στιγμή της ήττας: το ταξίδι μιας συγκεκριμένης επαναστατικής εμπειρίας τελειώνει, αλλά το πραγματικό ταξίδι, το έργο της επιστροφής στην αρχή, μόλις ξεκινάει. Αυτή η ηθελημένη υπαναχώρηση πάντως δεν συνεπάγεται με κανέναν τρόπο ένα μη-δογματικό άνοιγμα προς τους άλλους, μία παραδοχή προς τους πολιτικούς ανταγωνιστές: «Εμείς κάναμε λάθος, εσείς σωστά μας προειδοποιούσατε, ας ενώσουμε τώρα τις δυνάμεις μας». Αντιθέτως, ο Λένιν επιμένει ότι σε τέτοιες στιγμές είναι απαραίτητη η μέγιστη πειθαρχία. Απευθυνόμενος στο Εντέκατο Συνέδριο του Κόμματος των Μπολσεβίκων μερικούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1922, υποστήριζε:
Όταν ένας ολόκληρος στρατός (μιλάω με την μεταφορική έννοια) υποχωρεί, δεν μπορεί να έχει το ίδιο ηθικό όπως όταν προελαύνει. Σε κάθε βήµα του, βρίσκουμε ένα αίσθηµα θλίψης... Εκεί βρίσκεται ο σοβαρός κίνδυνος. Είναι πολύ δύσκολο να υποχωρήσεις μετά από μία νικηφόρα προέλαση, επειδή οι σχέσεις είναι τελείως διαφορετικές. Κατά τη νικηφόρα προέλαση, ακόμα και αν η πειθαρχία χαλαρώσει, ο καθένας προχωράει με τον τρόπο του. Κατά την υποχώρηση, όμως, η πειθαρχία οφείλει να είναι περισσότερο συνειδητή και είναι εκατό φορές πιο αναγκαία, επειδή, όταν ένας ολόκληρος στρατός υποχωρεί, δεν ξέρει ούτε βλέπει που πρέπει να σταματήσει. Βλέπει μόνο υποχώρηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, λίγες πανικοβλημένες φωνές είναι αρκετές για να προκαλέσουν ποδοβολητό. Ο κίνδυνος εδώ είναι τεράστιος. Όταν ένας πραγματικός στρατός υποχωρεί, έχει τα όπλα του σε ετοιμότητα. Και όταν μία τακτική υποχώρηση εκφυλίζεται σε άτακτη, δίνεται ορθά η εντολή για πυροβολισμούς.
Οι συνέπειες αυτής της στάσης ήταν ξεκάθαρες για τον Λένιν. Απαντώντας στα «κηρύγματα» των Μενσεβίκων και των Σοσιαλιστών Επαναστατών για τη ΝΟΠ – «Η επανάσταση έχει πάει πολύ μακριά. Εμείς λέγαμε πάντα αυτό που εσείς λέτε τώρα, επιτρέψτε μας να το επαναλάβουμε» - λέει στο Εντέκατο Συνέδριο του Κόμματος:
Τους απαντάμε: Επιτρέψτε μας να σας στείλουμε στο εκτελεστικό απόσπασμα για αυτό που λέτε. Είτε αποφεύγετε να εκφράζετε τις απόψεις σας, ή, αν επιμένετε να εκφράζετε δημόσια τις πολιτικές σας θέσεις κάτω από αυτές τις συνθήκες, τώρα που η θέση μας είναι πολύ πιο δύσκολη από τότε που οι λευκοφρουροί μας επιτίθονταν απευθείας, τότε θα πρέπει να κατηγορήσετε μόνο τους εαυτούς σας, αν σας συμπεριφερθούμε όπως στους χειρότερους και πλέον ολέθριους λευκοφρουρούς.3
Παρολαυτά, αυτός ο «κόκκινος τρόμος» θα πρέπει να διαχωρισθεί από τον σταλινικό «ολοκληρωτισμό». Στα απομνημονεύματά του ο Σάντορ Μάραι δίνει έναν ακριβή ορισμό αυτής της διαφοράς.4 Ακόμα και στις πλέον βίαιες φάσεις την λενινιστικής δικτατορίας, όταν αυτοί που εναντιώνονταν στην επανάσταση στερούνταν βάναυσα το δικαίωμά τους στη (δημόσια ελεύθερη) έκφραση, δεν στερούνταν το δικαίωμά τους στη σιωπή: τους επιτρεπόταν να αποσυρθούν στην εσωτερική τους εξορία. Εδώ είναι χαρακτηριστικό ένα επεισόδιο από το φθινόπωρο του 1922 όταν, με την παρότρυνση του Λένιν, οι Μπολσεβίκοι οργάνωναν το περιβόητο «Ατμόπλοιο των Φιλοσόφων». Όταν έμαθε ότι ένας παλιός Μενσεβίκος ιστορικός, που βρισκόταν στη λίστα με τους διανοούμενος προς εξορία, είχε αποτραβηχτεί στην ιδιωτική του ζωή περιμένοντας τον θάνατο εξαιτίας μιας βαριάς αρρώστιας, ο Λένιν όχι μόνο τον αφαίρεσε από τη λίστα, αλλά έδωσε διαταγή να του δωθούν επιπλέον κουπόνια φαγητού. Η εχθρότητα του Λένιν σταματούσε, μόλις ο εχθρός αποσυρόταν από τον πολιτικό αγώνα.
Για τον σταλινισμό, όμως, ακόμα και αυτή η σιωπή αντηχούσε. Όχι μόνο υπήρχε η απαίτηση από τις μάζες να δείχνουν την υποστήριξη τους παρακολουθώντας μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις, αλλά καλλιτέχνες και επιστήμονες έπρεπε επίσης να συμβιβαστούν συμμετέχοντας ενεργά, υπογράφοντας επίσημες διακηρύξεις ή δείχνοντας επιφανειακή αφοσίωση στον Στάλιν και τον επίσημο μαρξισμό. Αν στη δικτατορία του Λένιν μπορούσε κανείς να εκτελεσθεί για αυτά που έλεγε, σε αυτήν του Στάλιν μπορούσε κανείς να εκτελεσθεί για αυτά που δεν έλεγε. Αυτό ίσχυε μέχρι τέλους: η ίδια η αυτοκτονία, η έσχατη, απελπισμένη απόσυρση σε σιωπή, καταδικαζόταν από τον Στάλιν ως η τελευταία και μεγαλύτερη προδοσία εναντίον του Κόμματος. Αυτή η διάκριση μεταξύ λενινισμού και σταλινισμού αντανακλά τη γενικότερη στάση τους απέναντι στην κοινωνία. Για τον πρώτο, η κοινωνία είναι ένα πεδίο αδυσώπητου αγώνα για δύναμη, ενός αγώνα που αναγνωρίζεται ανοικτά. Για τον δεύτερο ο αγώνας επαναπροσδιορίζεται, μερικές φορές σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν μία σύγκρουση μεταξύ της υγιούς κοινωνίας και αυτού του κομματιού που εξαιρείται από αυτήν – των παράσιτων, των εντόμων, των προδοτών που είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι.
Μία σοβιετική διάκριση των εξουσιών;
Ήταν το πέρασμα από τον Λένιν στον Στάλιν αναγκαίο; Η χεγκελιανή απάντηση θα επικαλούταν την αναδρομική αναγκαιότητα: αφού το πέρασμα πραγματοποιήθηκε, από τη στιγμή που ο Στάλιν κέρδισε, ήταν αναγκαίο. Η δουλειά του διαλεκτικού ιστορικού είναι να το συλλάβει «στο γίγνεσθαι του», να αναδείξει όλη την ενδεχομενικότητα ενός αγώνα που θα μπορούσε να είχε τελειώσει διαφορετικά, όπως προσπάθησε να κάνει ο Μοσέ Λεβίν στο Η Τελευταία Μάχη του Λένιν. Αρχικά, ο Λεβίν σημειώνει την επιμονή του Λένιν να έχει κάθε εθνική οντότητα που απάρτιζε το σοβιετικό κράτος πλήρη αυτονομία. Έτσι, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο Στάλιν, σε επιστολή του προς το Πολιτικό Γραφείο στις 22 Σεπτεμβρίου του 1922, κατηγορεί ανοιχτά τον Λένιν για «εθνικό φιλελευθερισμό». Στη συνέχεια, ο Λεβίν τονίζει την έμφαση του Λένιν στη σεμνότητα των στόχων: όχι σοσιαλισμός, αλλά πολιτισμός, καθολική παιδεία, αποτελεσματικότητα, τεχνοκρατία. Συνεργατικές κοινωνίες που θα επέτρεπαν στους αγρότες να γίνουν «καλλιεργημένοι έμποροι» στο πλαίσιο της ΝΟΠ. Προφανώς, αυτή ήταν μία πολύ διαφορετική οπτική από αυτή του «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Η σεμνότητα είναι μερικές φορές εντυπωσιακά ανοιχτή: ο Λένιν κοροϊδεύει όλες τις προσπάθειες για «το χτίσιμο του σοσιαλισμού», παίζει επανειλημμένα με το μοτίβο των αδυναμιών του κόμματος, και επιμένει στην αυτοσχεδιαστική φύση της σοβιετικής πολιτικής, μέχρι του σημείου να αναφέρει τη φράση του Ναπολέοντα: “On s'engage...et puis on voit” (Εμπλεκόμαστε... και μετά βλέπουμε).
Η τελική μάχη του Λένιν εναντίον της κρατικής γραφειοκρατίας είναι αρκετά γνωστή. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό, όπως επισημαίνει ο Λεβίν, είναι ότι ο Λένιν προσπαθούσε να τετραγωνίσει τον κύκλο της δημοκρατίας και της δικτατορίας του κόμματος-κράτους, με την πρότασή του για την δημιουργία ενός νέου κυρίαρχου σώματος, την Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου (ΕΚΕ). Ενώ αναγνώριζε πλήρως τη δικτατορική φύση του σοβιετικού καθεστώτος, επιχείρησε να αποκαταστήσει μία ισορροπία μεταξύ διαφορετικών στοιχείων στην κορυφή του, «ένα σύστημα αμοιβαίου ελέγχου που θα εξυπηρετούσε την ίδια λειτουργία – η σύγκριση εδώ γίνεται μόνο κατά προσέγγιση – με την διάκριση των εξουσιών σε ένα δημοκρατικό καθεστώς». Μία διευρυμένη Κεντρική Επιτροπή (ΚΕ) θα καθόριζε τις γενικές γραμμές της πολιτικής και θα επέβλεπε ολόκληρο τον κομματικό μηχανισμό. Εντός της, η Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου θα:
Δρούσε ελεγκτικά ως προς την Κεντρική Επιτροπή και ως προς τα διάφορα παρακλάδια της – το Πολιτικό Γραφείο, τη Γραμματεία, το Οργανωτικό Γραφείο... Η ανεξαρτησία της θα εξασφαλιζόταν από την άμεση σχέση της με το Συνέδριο του Κόμματος, χωρίς τη μεσολάβηση του Πολιτικού Γραφείου και των διοικητικών του οργάνων ή της Κεντρικής Επιτροπής.5
Έλεγχοι και ισορροπίες, διαίρεση των εξουσιών, αμοιβαίος έλεγχος – αυτή ήταν η απεγνωσμένη απάντηση του Λένιν στην ερώτηση: ποιός ελέγχει τους ελέγχοντες; Υπάρχει κάτι το ονειρικό, τελείως απατηλό, στην ιδέα της Επιτροπής Κεντρικού Ελέγχου: ένα ανεξάρτητο, εκπαιδευτικό, ελεγκτικό σώμα, με το πλεονέκτημα του «απολίτικου», αποτελούμενο από τους καλύτερους δασκάλους και τεχνοκράτες, για να ελέγχει την «πολιτικοποιημένη» Κεντρική Επιτροπή και τα όργανά της – εν συντομία, μία ουδέτερη αυθεντία που επιτηρεί τα στελέχη του κόμματος. Όλα τα παραπάνω όμως εξαρτώνται από την πραγματική ανεξαρτησία του Συνεδρίου – de facto υπονομευμένη από την απαγόρευση των παρατάξεων, που επέτρεπε στον κορυφαίο κομματικό μηχανισμό να ελέγχει το Συνέδριο και να απορρίπτει τους επικριτές του ως φραξιονιστές. Η αφελής εμπιστοσύνη του Λένιν στους ειδικούς προκαλεί μεγάλη εντύπωση, αν σκεφτούμε ότι προέρχεται από έναν ηγέτη που είχε κατά τα άλλα πλήρη συνείδηση ότι ο πολιτικός αγώνας διαπερνά τα πάντα, πράγμα που δεν επιτρέπει καμία ουδέτερη θέση.
Η διεύθυνση προς την οποία φυσούσε ήδη ο άνεμος είναι προφανής στην πρόταση του Στάλιν το 1922 να ανακηρυχτεί απλά η κυβέρνηση της Ρωσικής Σοβιετικής Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, κυβέρνηση επίσης των δημοκρατιών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, του Αζερμπαιτζάν, της Αρμενίας και της Γεωργίας:
Εάν η απόφαση επικυρωθεί από την Κεντρική Επιτροπή του ΡΚΚ, δεν θα δημοσιευτεί, αλλά θα επικοινωνηθεί στις Κεντρικές Επιτροπές των Δημοκρατιών για να κυκλοφορήσει στα σοβιετικά όργανα, στις Κεντρικές Εκτελεστικές Επιτροπές ή τα Συνέδρια των Σοβιέτ των παραπάνω Δημοκρατιών πριν τη σύγκληση του Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, οπού θα ανακοινωθεί ως επιθυμία των ίδιων των Δημοκρατιών.6
Έτσι, η αλληλεπίδραση μεταξύ ηγεσίας και βάσης όχι μόνο εξαφανίζεται – με τέτοιο τρόπο ώστε να επιβάλλεται η θέληση της ηγεσίας – αλλά, ακόμα πιο προσβλητικά, παρουσιάζεται ανεστραμμένη: η ΚΕ αποφασίζει την επιθυμία που η βάση θα εκφράσει απέναντι στην ηγεσία.
Διακριτικότητα και Τρόμος
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των έσχατων αγώνων του Λένιν το οποίο μας επισημαίνει ο Λεβίν, είναι η απροσδόκητη επιμονή του στην ευγένεια και τους καλούς τρόπους. Ο Λένιν είχε αναστατωθεί βαθιά από δύο περιστατικά. Σε μία πολιτική αντιπαράθεση, ο απεσταλμένος της Μόσχας στην Γεωργία, Σέργκο Ορντζονικίντζε, είχε επιτεθεί σωματικά σε ένα μέλος του γεωργιανού ΚΚ. Και ο ίδιος ο Στάλιν είχε κακοποιήσει λεκτικά την Κρουπσκάγια (όταν κατάλαβε ότι αυτή έδωσε στον Τρότσκυ το γράμμα του Λένιν που πρότεινε συμφωνία εναντίον του Στάλιν). Το δεύτερο περιστατικό παρακίνησε τον Λένιν να γράψει τη διάσημη έκκληση του:
Ο Στάλιν είναι υπερβολικά αγενής. Αυτό το ελάττωμα, αν και ανεκτό στις σχέσεις μεταξύ των Κομμουνιστών, γίνεται ανυπόφορο σε μία Γενική Γραμματεία. Για αυτό τον λόγο προτείνω στους συντρόφους να βρουν έναν τρόπο να απομακρύνουν τον Στάλιν από αυτήν την θέση και να διορίσουν στη θέση του κάποιον που να διαφέρει από τον σύντροφο, που να είναι δηλαδή περισσότερο ανεκτικός, αφοσιωμένος, πιο ευγενικός και συμπονετικός με τους συντρόφους, λιγότερο ιδιότροπος.7
Οι προτάσεις του Λένιν για μία Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου και η έγνοια του για ευγένεια, σε καμία περίπτωση δεν υποδεικνύουν φιλελεύθερη στροφή. Σε επιστολή του την ίδια περίοδο στον Καμένεβ, ξεκάθαρα λέει: «Είναι μεγάλο λάθος να πιστεύουμε ότι η ΝΟΠ έβαλε τέλος στον τρόμο. Θα καταφύγουμε ξανά στον τρόμο, και στον οικονομικό τρόμο.» Παραταύτα, αυτός ο τρόμος, που θα επιβίωνε πέραν της μείωσης του κρατικού μηχανισμού και της Τσέκα, θα ήταν περισσότερο μία απειλή, παρά πραγματικός: όπως διηγείται ο Λεβίν, ο Λένιν έψαχνε έναν τρόπο «με τον οποίο όλοι όσοι τώρα [κάτω από την ΝΟΠ] θα ήθελαν να υπερβούν τα όρια που θέτει το κράτος για τους επιχειρηματίες, θα μπορούν να θυμηθούν “διακριτικά και ευγενικά” την ύπαρξη αυτού του έσχατου όπλου»8. Ο Λένιν είχε δίκιο εδώ: η δικτατορία αναφέρεται καταστατικά στην κατάχρηση της (κρατικής) εξουσίας, και σε αυτό το επίπεδο δεν υπάρχει ουδετερότητα. Η κρίσιμη ερώτηση είναι ποιανού κατάχρηση; Εάν δεν είναι η δικιά μας, είναι η δικιά τους.
Ονειρευόμενος, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του διατύπωση, τον τρόπο λειτουργίας της ΕΚΕ στο τελευταίο του κείμενο «Καλύτερα λιγότερα, αλλά καλύτερα», γραμμένο το 1923, ο Λένιν προτείνει ότι αυτό το σώμα θα πρέπει να καταφύγει:
σε κάποιο ημι-κωμικό κόλπο, μια πανούργα τακτική, κάποιο τέχνασμα ή κάτι τέτοιο. Ξέρω ότι στα συντηρητικά και φιλότιμα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης αυτή η ιδέα θα τρόμαζε τους ανθρώπους και ότι ούτε ένας τίμιος αξιωματούχος δεν θα την υποστήριζε. Ελπίζω, πάντως, ότι δεν έχουμε γίνει ακόμα τόσο γραφειοκράτες και ότι μεταξύ μας μια τέτοια συζήτηση θα ήταν απλά διασκεδαστική.
Πράγματι, γιατί να μην συνδυάσουμε την ευχαρίστηση με την αποτελεσματικότητα; Γιατί να μην καταφύγουμε σε κάποιο κωμικό ή σχεδόν κωμικό κόλπο έτσι ώστε να ξεσκεπάσουμε κάτι γελοίο, κάτι επιβλαβές, ή σχεδόν γελοίο, σχεδόν επιβλαβές, κοκ ;9
Δεν πρόκειται εδώ για ένα αισχρό αντίγραφο της «σοβαρής» εκτελεστικής εξουσίας, συγκεντρωμένη στα χέρια της ΚΕ και του Πολιτικού Γραφείου; Κόλπα, πανουργίες του λόγου – ένα υπέροχο όνειρο, αλλά ουτοπικό. Το πρόβλημα του Λένιν, υποστηρίζει ο Λεβίν, ήταν ότι είδε το γραφειοκρατικό πρόβλημα, αλλά υποτίμησε το βάρος του και την πραγματική του διάσταση: «η κοινωνική του ανάλυση βασιζόταν σε τρεις μόνο κοινωνικές τάξεις: τους εργάτες, τους αγρότες και τους αστούς – χωρίς να παίρνει καθόλου υπόψη του τον κρατικό μηχανισμό ως διακριτό κοινωνικό στοιχείο σε μία χώρα που είχε εθνικοποιήσει τους βασικούς τομείς της οικονομίας».10
Οι Μπολσεβίκοι γρήγορα κατάλαβαν ότι από την πολιτική τους δύναμη έλειπε μία διακριτή κοινωνική βάση: η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, στο όνομα της οποίας έπαιρναν αποφάσεις, είχε εξαφανιστεί κατά τον εμφύλιο, έτσι κατά έναν τρόπο βρέθηκαν να κυβερνούν σε κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης. Όμως, καθώς φαντάζονταν τους εαυτούς τους σαν μία καθαρή πολιτική δύναμη που επέβαλε τη θέλησή της στην κοινωνία, παρέβλεψαν να δουν πως η κρατική γραφειοκρατία – de facto ιδιοκτήτρια, ή απουσία ιδιοκτήτριας, διαχειρίστρια των παραγωγικών δυνάμεων – «θα γινόταν η πραγματική κοινωνική βάση για την εξουσία»:
Δεν υπάρχει “καθαρή” πολιτική εξουσία, απαλλαγμένη από κάθε κοινωνικό θεμέλιο. Ένα καθεστώς πρέπει να βρει μία κοινωνική βάση άλλη από την καταστολή. Το “κενό” μέσα στο οποίο φαινόταν να κρέμεται το σοβιετικό καθεστώς γρήγορα γέμισε, ακόμα και αν οι Μπολσεβίκοι δεν το είδαν, ή δεν επιθυμούσαν να το δουν.11
Εύλογα, αυτή η κοινωνική βάση θα είχε μπλοκάρει το σχέδιο του Λένιν για μία ΕΚΕ. Είναι αλήθεια ότι, τόσο κατά έναν αντι-οικονομίστικο όσο και αιτιοκρατικό τρόπο, ο Λένιν επιμένει στην αυτονομία του πολιτικού. Αυτό που του διαφεύγει, με τους όρους του Μπαντιού, δεν είναι το ότι κάθε πολιτική δύναμη αντιπροσωπεύει κάποια κοινωνική δύναμη ή τάξη, αλλά το πως αυτή η πολιτική δύναμη αντιπροσώπευσης εγγράφεται απευθείας στο ίδιο το επίπεδο που αντιπροσωπεύεται, ως μια κοινωνική δύναμη από μόνη της. Η έσχατη μάχη του Λένιν εναντίον του Στάλιν έχει έτσι όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας γνήσιας τραγωδίας: δεν ήταν ένα μελόδραμα στο οποίο ο καλός μάχεται τον κακό, αλλά μία τραγωδία στην οποία ο ήρωας αντιλαμβάνεται ότι μάχεται εναντίον των ίδιων του των απογόνων, και ότι είναι ήδη πολύ αργά για να σταματήσει τη μοιραία εξάπλωση των λανθασμένων αποφάσεων του παρελθόντος.
Ένας άλλος δρόμος
Που είμαστε λοιπόν σήμερα, μετά την désastre obscur (σκοτεινή καταστροφή) του 1989; Όπως και το 1922, οι φωνές από κάτω ακούγονται χαιρέκακα: «Σας άξιζε, τρελοί, που θέλατε να επιβάλλετε το ολοκληρωτικό σας όραμα στην κοινωνία»! Άλλοι προσπαθούν να κρύψουν την κακοπροαίρετη αγαλλίασή τους. Γκρινιάζουν και υψώνουν με θλίψη το βλέμμα στον ουρανό, σα να λένε: «Μας θλίβει να βλέπουμε τους φόβους μας να επιβεβαιώνονται! Πόσο ευγενικό ήταν το όραμά σας για μία δίκαιη κοινωνία! Η καρδιά μας ήτανε μαζί σας, αλλά η λογική μας έλεγε ότι τα σχέδιά σας θα τελείωναν μόνο με πόνο και μια νέα ανελευθερία»! Ενώ απορρίπτουμε κάθε συμβιβασμό με τέτοιες σαγηνευτικές φωνές, πρέπει να αρχίσουμε από την αρχή – όχι χτίζοντας πάνω στα θεμέλια της επαναστατικής εποχής του 20ου αιώνα, που κράτησε από το 1917 έως το 1989, ή, ακριβέστερα έως το 1968 – αλλά να κατεβούμε στο αρχικό σημείο και να διαλέξουμε έναν άλλο δρόμο.
Αλλά πως; Καθοριστικό πρόβλημα για τον δυτικό Μαρξισμό υπήρξε η έλλειψη επαναστατικού υποκειμένου: γιατί η εργατική τάξη δεν πραγματοποιεί το πέρασμα από το «στον εαυτό της» στο «για τον εαυτό της» και δεν καθιστά τον εαυτό της επαναστατικό παράγοντα; Αυτή η ερώτηση έγινε ο κύριος λόγος ύπαρξης για την αναφορά του μαρξισμού στην ψυχανάλυση, η οποία χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει τους ασυνείδητους λιβιδινικούς μηχανισμούς που απαγορεύουν στην εργατική τάξη να εξεγερθεί και βρίσκονται εγγεγραμμένοι στην κοινωνική της κατάσταση. Με αυτόν τον τρόπο διασώθηκε η αλήθεια της μαρξιστικής κοινωνικοοικονομικής ανάλυσης: δεν υπήρχε λόγος να δοθεί χώρος σε αναθεωρητικές θεωρίες για την άνοδο των μεσαίων τάξεων. Για τον ίδιο λόγο ο δυτικός μαρξισμός επιδόθηκε σε μία διαρκή αναζήτηση ενός επαναστατικού παράγοντα: οι αγρότες του Τρίτου Κόσμου, οι φοιτητές και οι διανοούμενοι, οι αποκλεισμένοι. Είναι πιθανό ότι αυτή η απεγνωσμένη αναζήτηση του επαναστατικού παράγοντα είναι η μορφή εμφάνισης του αντιθέτου της: του φόβου ότι θα τον βρούμε, ότι θα τον δούμε εκεί που ήδη αναδύεται. Το να περιμένουμε από κάποιον άλλο να κάνει τη δουλειά για μας είναι ένας τρόπος για να ορθολογικοποιήσουμε την αδράνειά μας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αλαίν Μπαντιού πρότεινε ότι θα πρέπει να επανεπιβεβαιώσουμε την κομμουνιστική υπόθεση. Γράφει:
Αν χρειάζεται να εγκαταλείψουμε αυτήν την υπόθεση, τότε δεν αξίζει πλέον να κάνουμε τίποτα στο πεδίο της συλλογικής δράσης. Χωρίς τον ορίζοντα του κομμουνισμού, χωρίς αυτήν την Ιδέα, τίποτα στο ιστορικό και πολιτικό γίγνεσθαι δεν έχει ενδιαφέρον για έναν φιλόσοφο.
Όμως, ο Μπαντιού συμπληρώνει:
η επιμονή σε αυτήν την Ιδέα, στην ύπαρξη της υπόθεσης, δεν σημαίνει ότι η πρώτη μορφή με την οποία εμφανίστηκε, εστιάζοντας στο κράτος και την ιδιοκτησία, πρέπει να παραμείνει ως έχει. Πράγματι, η φιλοσοφική δουλειά, ή και καθήκον ακόμα, που έχουμε είναι να βοηθήσουμε να υπάρξει μία νέα τοπικότητα της υπόθεσης.12
Πρέπει να προσέξει κανείς και να μην διαβάσει αυτές τις γραμμές με έναν καντιανό τρόπο, να κατανοήσει δηλαδή τον κομμουνισμό σαν μία κανονιστική Ιδέα και έτσι να επαναφέρει το φάντασμα του «ηθικού κομμουνισμού», με την ισότητα a priori κανόνα ή αξίωμά του. Αντ' αυτού, πρέπει κανείς να διατηρήσει την ακριβή αναφορά σε ένα σύνολο κοινωνικών ανταγωνισμών που γεννά την ανάγκη για κομμουνισμό. Την παλιά, καλή μαρξιστική έννοια του κομμουνισμού, όχι σαν ιδανικό, αλλά σαν μία κίνηση που αντιδρά σε πραγματικές αντιφάσεις. Η αντιμετώπιση του κομμουνισμού σαν μία αιώνια Ιδέα υπονοεί ότι η κατάσταση που τον γεννά δεν είναι λιγότερο αιώνια, ότι ο ανταγωνισμός στον οποίο αντιδρά ο κομμουνισμός θα είναι παντοτινός. Από όπου απέχει μόνο ένα βήμα μία αποδομητική ανάγνωση του κομμουνισμού σαν μία φαντασίωση της παρουσίας, σαν ένα όνειρο για την απαλοιφή κάθε αποξενωτικής αναπαράστασης, ένα όνειρο που εξαπλώνεται μέσω της ίδιας του της αδυνατότητας.
Παρόλο που είναι εύκολο να κοροϊδέψουμε την ιδέα του Φουκουγιάμα για το Τέλος της Ιστορίας, η πλειοψηφία σήμερα είναι Φουκουγιαμικοί. Ο φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός θεωρείται η φόρμουλα για τον καλύτερο δυνατό κόσμο, το μόνο που απομένει είναι να τον κάνουμε περισσότερο δίκαιο, περισσότερο ανεκτικό και τα λοιπά. Εδώ προκύπτει το εύκολο, αλλά εύστοχο ερώτημα: εάν ο φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός είναι, αν όχι η καλύτερη, τουλάχιστον η λιγότερο κακή μορφή κοινωνίας, γιατί να μην αφεθούμε ώριμα σε αυτόν, ακόμα και να τον αποδεχτούμε με όλη μας την καρδιά; Γιατί να επιμείνουμε στην κομμουνιστική υπόθεση, ενάντια σε όλες τις πιθανότητες;
Τάξεις και κοινά
Δεν είναι αρκετό να μείνουμε πιστοί στην κομμουνιστική υπόθεση: πρέπει κανείς να εντοπίσει μέσα στην ιστορική πραγματικότητα τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς που την καθιστούν πρακτική αναγκαιότητα. Η μόνη πραγματική ερώτηση σήμερα είναι: περιέχει ο παγκόσμιος καπιταλισμός ανταγωνισμούς αρκετά ισχυρούς ώστε να εμποδίσουν την απεριόριστη αναπαραγωγή του; Τέσσερις πιθανοί ανταγωνισμοί μας παρουσιάζονται: η δυσοίωνη απειλή μιας οικολογικής καταστροφής, η αναντιστοιχία της ιδιωτικής περιουσίας με τη λεγόμενη πνευματική ιδιοκτησία, οι κοινωνικο-ηθικές συνέπειες των τεχνολογικών και επιστημονικών εξελίξεων, ιδιαίτερα της βιογενετικής, και τέλος οι νέες μορφές κοινωνικού απαρτχάιντ – νέα τείχη και οι παραγκουπόλεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει μία ποιοτική διαφορά μεταξύ του τελευταίου χαρακτηριστικού, του κενού που χωρίζει τους αποκλεισμένους από αυτούς περιλαμβάνονται, και των άλλων τριών, τα οποία αναδεικνύουν αυτό που ο Χαρντ και ο Νέγκρι ονομάζουν «κοινά» - την κοινή ουσία του κοινωνικού μας είναι, η ιδιωτικοποίηση της οποίας είναι μία βίαιη πράξη, στην οποία πρέπει να εναντιωθούμε με τη βία, αν χρειαστεί.
Πρώτον, υπάρχουν τα κοινά του πολιτισμού, οι άμεσα κοινωνικοποιήσιμες μορφές του γνωστικού κεφαλαίου: κυρίως η γλώσσα, το μέσο μας για επικοινωνία και εκπαίδευση, αλλά και οι κοινές υποδομές όπως οι δημόσιες μεταφορές, ο ηλεκτρισμός, τα ταχυδρομεία, κτλ. Αν επιτρεπόταν το μονοπώλιο στον Μπιλ Γκέιτς, θα είχαμε φτάσει στην παράλογη κατάσταση ένας ιδιώτης να κατέχει το λογισμικό του βασικού μας δικτύου επικοινωνίας. Δεύτερον, υπάρχουν τα κοινά της εξωτερικής φύσης, που απειλούνται από τη μόλυνση και την εκμετάλλευση – από το πετρέλαιο ως τα δάση και το ίδιο το φυσικό περιβάλλον. Τρίτον, υπάρχουν τα κοινά της εσωτερικής φύσης, η βιογενετική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Αυτό που μοιράζονται όλοι αυτοί οι αγώνες είναι η επίγνωση της καταστροφικής δυνατότητας – μέχρι την αυτοεκμηδένιση της ίδιας της ανθρωπότητας – που ενέχεται στην παραχώρηση των κοινών αυτών στην καπιταλιστική λογική. Είναι αυτή η αναφορά στα «κοινά» που επιτρέπει τη διάσωση της έννοιας του κομμουνισμού: μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε την προοδευτική τους περίφραξη σαν μία διαδικασία προλεταριοποίησης αυτών που αποκλείονται έτσι από την ίδια τους την ουσία, μια διαδικασία που δείχνει επίσης προς την εκμετάλλευση. Η δουλειά μας σήμερα είναι να ανανεώσουμε την πολιτική οικονομία της εκμετάλλευσης – για παράδειγμα, αυτή των ανώνυμων «εργατών γνώσης» από τις εταιρείες τους. Μόνο ο τέταρτος ανταγωνισμός, όμως, η αναφορά σε αυτούς που αποκλείονται, δικαιώνει τον όρο κομμουνισμός. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ιδιωτικό από μία κρατική κοινότητα που αντιλαμβάνεται τους αποκλεισμένους ως απειλή και προσπαθεί να τους κρατήσει σε απόσταση. Με άλλα λόγια, στη σειρά των τεσσάρων ανταγωνισμών, αυτός μεταξύ των εκτός και των εντός είναι ο καθοριστικός: χωρίς αυτόν, όλοι οι άλλοι χάνουν την ανατρεπτικότητά τους. Η οικολογία γίνεται ένα πρόβλημα βιώσιμης ανάπτυξης, η πνευματική περιουσία περίπλοκο νομικό πρόβλημα, η βιογενετική ένα ζήτημα ηθικής. Μπορεί κανείς να παλεύει ειλικρινά για το περιβάλλον, να υπερασπίζεται μία ευρύτερη έννοια πνευματικής ιδιοκτησίας, να αντιτίθεται στα πνευματικά δικαιώματα για τα γονίδια, χωρίς να αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εκτός και των εντός. Επιπλέον, κάποιοι από αυτούς τους ανταγωνισμούς μπορούν να εκφραστούν με τους όρους των εντός που απειλούνται, από τους μολυσματικούς των εκτός. Με αυτόν τον τρόπο δεν έχουμε πραγματική καθολικότητα, μόνο «ιδιωτικά» ενδιαφέροντα με την καντιανή σημασία. Εταιρείες όπως τα Whole Foods και τα Starbucks συνεχίζουν να έχουν υποστήριξη μεταξύ των προοδευτικών, παρόλο που και οι δύο εμπλέκονται σε πράξεις κατά των σωματείων. Το κόλπο είναι ότι πουλάνε προϊόντα με προοδευτική αφήγηση: καφές που φτιάχνεται με κόκκους αγορασμένους σε τιμές «δίκαιου εμπορίου», ακριβά υβριδικά αυτοκίνητα, κοκ. Εν συντομία, χωρίς τον ανταγωνισμό μεταξύ των εκτός και των εντός βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου ο Μπιλ Γκέιτς είναι ο μεγαλύτερος ανθρωπιστής, που πολεμάει τη φτώχεια και τις αρρώστιες, και ο Ρούπερτ Μέρντοχ ο μεγαλύτερος υπέρμαχος του περιβάλλοντος, που κινητοποιεί εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους μέσω της αυτοκρατορίας του.
Αυτό που πρέπει να προσθέσει κανείς εδώ, προχωρώντας πέρα από τον Καντ, είναι ότι υπάρχουν κοινωνικές ομάδες, που λόγω της έλλειψης συγκεκριμένης θέσης στην «ιδιωτική» τάξη της κοινωνικής ιεραρχίας, αντιπροσωπεύουν ευθέως την καθολικότητα: είναι αυτό που ο Jacques Rancière ονομάζει «το μέρος κανενός μέρους». Αυτό ήταν ήδη το κομμουνιστικό όνειρο του νεαρού Μαρξ – να ενώσει την καθολικότητα της φιλοσοφίας με την καθολικότητα του προλεταριάτου. Από την αρχαία Ελλάδα έχουμε ένα όνομα για την εισβολή των αποκλεισμένων στον κοινωνικό-πολιτικό χώρο: δημοκρατία.
Η κυρίαρχη φιλελεύθερη έννοια δημοκρατίας επίσης ασχολείται με όσους αποκλείονται, με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό όμως: εστιάζει στην ένταξή τους, σαν μειονοτικές φωνές. Όλες οι θέσεις πρέπει να ακούγονται, όλα τα συμφέροντα να υπολογίζονται, τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων να διασφαλίζονται, όλοι οι τρόποι ζωής, οι κουλτούρες και οι πρακτικές να είναι σεβαστές, κοκ. Η εμμονή αυτής της δημοκρατίας είναι η προστασία κάθε είδους μειονότητας: πολιτισμικής, θρησκευτικής, σεξουαλικής κτλ. Η δημοκρατική συνταγή αποτελείται εδώ από υπομονετικές διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς. Αυτό που χάνεται είναι η καθολικότητα, που βρίσκεται ενσωματωμένη στους αποκλεισμένους. Οι νέες απελευθερωτικές πολιτικές δεν θα είναι πια η δράση ενός συγκεκριμένου κοινωνικού παράγοντα, αλλά ένας εκρηκτικός συνδυασμός διαφορετικών παραγόντων. Αυτό που μας ενώνει είναι ότι, σε αντιδιαστολή με την κλασσική εικόνα των προλετάριων που «δεν έχουν να χάσουν τίποτα πέρα από τις αλυσίδες τους», εμείς κινδυνεύουμε να χάσουμε τα πάντα. Κινδυνεύουμε να αναχθούμε σε αφηρημένα, άδεια καρτεσιανά υποκείμενα, με αφαιρεμένο κάθε συμβολικό περιεχόμενο, με τη γενετική μας βάση ελεγχόμενη, να φυτοζωούμε σε ένα περιβάλλον που δεν αντέχεται. Αυτός ο τριπλός κίνδυνος μας καθιστά όλους προλετάριους, «μία υποκειμενικότητα χωρίς ουσία», όπως το έθεσε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα. Η φιγούρα του «μέρους κανενός μέρους» μας θέτει αντιμέτωπους με την αλήθεια της δικής μας θέσης. Η ηθικοπολιτική πρόκληση είναι να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας σε αυτήν τη φιγούρα. Κατά μία έννοια, είμαστε όλοι αποκλεισμένοι, τόσο από τη φύση, όσο και από τη συμβολική μας ουσία. Σήμερα είμαστε όλοι δυνάμει homo sacer, και ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε να γίνουμε πραγματικά είναι να δράσουμε προληπτικά.
Υποσημειώσεις:

1Β.Ι. Λένιν , 'Σημειώσεις ενός Εκδότη', δημοσιευμένο μετά θάνατον στην Πράβδα, 16 Απριλίου 1924; Collected Works, τομ. 33, Μόσχα 1966, σ. 204-7
2 Σ. Μπέκετ, ‘Worstward Ho’, Nohow On, Λονδίνο 1992, σ. 101.
3Ι. Β. Λένιν, ‘Eleventh Congress of the RCP(B)’, Collected Works, τομ. 33, σ. 281–3.
4Σ. Μάραι, Memoir of Hungary: 1944–1948, Βουδαπέστη 1996.
5 Μ. Λεβίν, Lenin’s Last Struggle [1968], Αν Άρμπορ, MI, 2005. σ. 131–2.
6 Παρατίθεται στο Λεβίν, Lenins Last Struggle, Παράρτημα 1, σ. 146–7.
7 Λεβίν, Lenin’s Last Struggle, σ. 84.
8 Λεβίν, Lenin’s Last Struggle, σ. 133.
9 Λένιν, ‘Better Fewer, But Better’, Collected Works, τομ. 33, σ. 495
10 Λεβίν, Lenin’s Last Struggle, σ. 125.
11 Λεβίν, Lenin’s Last Struggle, σ. 124.
12A. Μπαντιού, The Meaning of Sarkozy, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2008, σ. 115.
Μετάφραση: Ελένη Βουγιουκλάκη
Πηγή: barikat.gr
Τις μέρες αυτές κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κουκκίδα η σπουδαία μελέτη του Ρώσου επαναστάτη Πιοτρ Κροπότκιν για τη Γαλλική Επανάσταση, με τίτλο «Η Μεγάλη Επανάσταση 1789-1793». Ο αναρχικός συγγραφέας παρουσιάζει τη Γαλλική Επανάσταση με εκπληκτικά εκλαϊκευμένο τρόπο απευθυνόμενος στο ευρύτερο δυνατό κοινό. Αναδημοσιεύουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την εισαγωγή στην αγγλική έκδοση (οι μεσότιτλοι μπήκαν από τη σύνταξη):
 
«Στην εξέγερση του Παρισιού που οδήγησε στη 14η Ιουλίου, όπως και σε ολόκληρη την Επανάσταση, υπήρχαν δύο διακριτά ρεύματα διαφορετικής προέλευσης: το πολιτικό ρεύμα των μεσαίων τάξεων και το λαϊκό κίνημα των μαζών. Κάποιες στιγμές στη διάρκεια των ένδοξων ημερών της Επανάστασης τα δύο αυτά ρεύματα ένωσαν τις δυνάμεις τους σε μια προσωρινή συμμαχία και πέτυχαν τις μεγάλες νίκες τους ενάντια στο Παλαιό Καθεστώς. 
 
Όμως οι μεσαίες τάξεις δεν έπαψαν ποτέ να αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τον προσωρινό τους σύμμαχο, το λαό, και το έδειξαν σαφώς τον Ιούλιο του 1789. Η συμμαχία συνάφθηκε απρόθυμα από τις μεσαίες τάξεις – που την επαύριον κιόλας της 14ης Ιουλίου, και σε όλη τη διάρκεια της εξέγερσης, έσπευσαν να οργανωθούν και να εξοπλιστούν για να μπορέσουν να χαλιναγωγήσουν τον εξεγερμένο λαό.
 
Από τη μια πλευρά ήταν οι αντιπρόσωποι της εξεγερμένης μεσαίας τάξης, η αποκαλούμενη Τρίτη Τάξη, που σε μεγάλο βαθμό εμπνέονταν από τις ιδέες των φιλελεύθερων στοχαστών του Διαφωτισμού, αλλά που ταυτόχρονα ανυπομονούσαν να εκμεταλλευτούν τις εξελίξεις για να πλουτίσουν οι ίδιοι σε βάρος της παλιάς αριστοκρατίας και που, κατά συνέπεια, ευνοούσαν είτε μια περιορισμένη μοναρχία είτε μια ολιγαρχική δημοκρατία στηριγμένη σε ένα εκλεκτορικό σώμα αναδεικνυόμενο με ιδιοκτησιακά κριτήρια. 
 
Από την άλλη πλευρά ήταν οι φτωχοί, που τους εκπροσωπούσαν οι Αβράκωτοι του Παρισιού, δηλαδή αυτοί που δεν φορούσαν τα κοντοβράκια και τις μεταξωτές κάλτσες των ευγενών – κυρίως εργάτες, τεχνίτες - μάστορες, μηχανουργοί, μικροεπιτηδευματίες – και επίσης οι χωρικοί της υπαίθρου. Οι εργάτες της πόλης – όχι ακόμη προλεταριάτο με το περιεχόμενο που δίνει στον όρο ο μαρξισμός – αγωνίζονταν για μια ολόπλευρη δημοκρατία, στην οποία όλοι θα απολάμβαναν πλήρως τα δικαιώματα του πολίτη και θα συμμετείχαν στην πολιτική εξουσία. 
 
Οι χωρικοί
 
(...) Ο πιο κρίσιμος ρόλος στην Επανάσταση ήταν ίσως ο ρόλος των χωρικών, της πιο καταπιεσμένης τάξης στο Παλαιό Καθεστώς.
 
Η εξέγερση των χωρικών με στόχο την κατάργηση των φεουδαρχικών δικαιωμάτων και την ανάκτηση της κοινόκτητης γης που οι κοσμικοί και οι εκκλησιαστικοί άρχοντες είχαν αρπάξει το 17ο αιώνα από τις αγροτικές κοινότητες, είναι η πεμπτουσία, ο θεμέλιος λίθος της Μεγάλης Επανάστασης. Πάνω σε αυτήν την εξέγερση οικοδομήθηκε ο αγώνας των μεσαίων τάξεων για τα πολιτικά τους δικαιώματα.
 
Καθώς ανιχνεύει τα λαϊκά στοιχεία της επανάστασης – τις αγροτικές εξεγέρσεις που ζητούσαν την ανάκτηση της γης και την καταστροφή των φεουδαρχικών μητρώων, και τις εξεγέρσεις της φτωχολογιάς του Παρισιού – που σηματοδοτούν τα επαναστατικά χρόνια, ο Κροπότκιν πραγματεύεται, μέσα στο πλαίσιο αυτό, ένα πλήθος ζητημάτων που διατρέχουν το βασικό κορμό του βιβλίου του.
 
Η κατάκτηση του ψωμιού
 
(...) Στενά συνδεδεμένη με το ενδιαφέρον του Κροπότκιν για την οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης ήταν η ιδέα του ψωμιού, τόσο ως πιεστικής ανάγκης στη διάρκεια της επανάστασης όσο και ως συμβόλου ευημερίας του λαού. Για τον Κροπότκιν, σαν Ρώσος που ήταν, το ψωμί είχε ξεχωριστή σημασία: στις ρωσικές αγροτικές κοινότητες το ψωμί και το αλάτι προσφέρονταν ως ειλικρινής ένδειξη αδελφοσύνης και φιλοξενίας – ένα έθιμο που επιβιώνει ακόμη και σήμερα στις κοινότητες των Ντουκομπόρ στον Καναδά. 
 
Αλλά, όταν χρησιμοποίησε τον τίτλο “Η κατάκτηση του ψωμιού” στο πιο μαχητικό αναρχικό βιβλίο του, το έκανε επειδή είχε διαβλέψει την τεράστια σημασία της διασφάλισης της οικονομικής βάσης της επανάστασης, δηλαδή της εξασφάλισης ότι δεν θα πεινάσει ο λαός, ως βασική προϋπόθεση για να μπορεί να γίνει κατορθωτός οποιοσδήποτε φιλόδοξος στόχος.
 
(...) Η “Μεγάλη Επανάσταση” ασχολείται εκτενώς με το ψωμί και την αγροτική παραγωγή. Ο Κροπότκιν επισημαίνει ότι πριν από το 1789 “η έλλειψη ψωμιού ήταν πάντα μια από τις κυριότερες αιτίες των εξεγέρσεων”. Γενικεύοντας από την εμπειρία της Γαλλικής και άλλων επαναστάσεων, παρατηρεί το εξής: “Μια από τις μεγάλες δυσκολίες κάθε επανάστασης είναι η τροφοδοσία των μεγάλων πόλεων”, και υποστηρίζει ότι η απόγνωση, ακόμη και οι θηριωδίες που σημειώθηκαν σε κάποια από τα ξεσπάσματα της λαϊκής οργής στο Παρίσι στα χρόνια της Επανάστασης οφείλονταν στο ότι εκείνοι που θέλησαν να έχουν τον έλεγχο της κατάστασης απέτυχαν να ικανοποιήσουν στις πιεστικές υλικές ανάγκες του λαού. 
 
Και προσάπτει στην Τρίτη Τάξη, την τόσο πρόθυμη να εκμεταλλευτεί την επανάσταση προκειμένου να κατακτήσει την εξουσία προς όφελος των μεσαίων τάξεων, ότι δεν θέλησε να καταλάβει ότι υπήρχε ένα άλλο πρόβλημα, απείρως σημαντικότερο να λυθεί: το πρόβλημα της επιστροφής της γης στον χωρικό, ώστε να μπορεί, έχοντας στην κατοχή του μια γη απαλλαγμένη από τις επαχθείς φεουδαρχικές επιβαρύνσεις, να διπλασιάσει και να τριπλασιάσει την παραγωγή του και έτσι να βάλει τέλος στις αδιάκοπες περιόδους σπάνης που υπέσκαπταν τη δύναμη του γαλλικού έθνους.
 
Κατά την άποψη του Κροπότκιν, ίσως η μόνη χειροπιαστή νίκη της Επανάστασης υπήρξε αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η επίμονη πίεση του λαού υποχρέωσε τους επαναστάτες εκπροσώπους των μεσαίων τάξεων στη Συμβατική Συνέλευση, και ιδιαίτερα τους Ιακωβίνους, να ξαναδώσουν στους χωρικούς τη γη τους απαλλαγμένη από φεουδαρχικούς φόρους, δημιουργώντας έτσι μια κατάσταση την οποία η δυναστεία των Βουρβόνων, επιστρέφοντας στην εξουσία το 1815, δεν μπορούσε να ανατρέψει, και εξασφαλίζοντας την υπεροχή της Γαλλίας από την άποψη της παραγωγικότητας μεταξύ των αγροτικών εθνών της Ευρώπης».
 
INFO
Πιοτρ Αλεξέγιεβιτς Κροπότκιν
«Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, 1789-1793». Μετάφραση Γ. Καστανάρας. Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2015, σελ. 687
 
Δημοσίευση από το ΠΟΝΤΙΚΙ 

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ
Στον πρόλογό του στα Χειρόγραφα 1844, ο Karl Marx δηλώνει την αφετηρία μιας καμπής των φιλοσοφικών του ενασχολήσεων, κάτω από την έντονη επιρροή που άσκησε πάνω του το έργο του Ludwig Feuerbach. "Μόνο με την εμφάνιση του Feuerbach", γράφει, "μπορούμε να πούμε πως αρχίζει η θετική, ουμανιστική και φυσιοκρατική κριτική. Όσο μικρότερος ο θόρυβός τους, τόσο πιο σίγουρη, βαθιά, διαδεδομένη και διαρκής είναι η επίδραση των έργων του Feuerbach, των μόνων έργων μετά τη Φαινομενολογία και τη Λογική του Hegel, που αποτελούν αληθινή θεωρητική επανάσταση".1 Πράγματι, στα Χειρόγραφα το ενδιαφέρον του Marx μετατοπίζεται από το πεδίο της καθαρής θεωρίας στο πεδίο της θετικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, μετατόπιση η οποία θα καθορίσει τη μαρξική προοπτική, και μέσω της προβληματικής του ουμανιστικού φυσιοκρατισμού του Feuerbach, ο Marx θα επιχειρήσει να ολοκληρώσει την Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου (1843), η οποία παρέμεινε γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ημιτελής.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Σύντομα η ελληνική κοινωνία θα βρεθεί σε μεγάλα διλήμματα. Και τότε η πρώτη επιλογή, αυτή που έρχεται αυθόρμητα στους πολλούς, δεν θα είναι αναγκαστικά η καλύτερη.
Την παραμονή της επετείου του Πολυτεχνείου το Ινστιτούτο Πουλαντζά και η Νεολαία Σύριζα οργάνωσαν μια διάλεξη του Τζιόρτζιο Αγκάμπεν στο μεγάλο αμφιθέατρο του 9.84 στο Γκάζι. Μια πολύ μεγάλη συγκέντρωση, πέραν των ορίων του αμφιθεάτρου, με όρθιους και αδιαχώρητο ανάμεσα στο κοινό και τον ομιλητή.

Πού το παράδοξο, θα πείτε. Πρώτο, ότι ένα κόμμα, οργανώνει μια πολιτική εκδήλωση με ομιλητή ένα φιλόσοφο που μιλάει για ένα φιλοσοφικό θέμα. Ο Αγκάμπεν είναι από τους πιο σημαντικούς στον κόσμο, δύσκολους αλλά όχι δυσνόητους, σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους. Δεν είναι κάτι που συνηθίζεται στα πολιτικά κόμματα, και όχι μόνο τα ελληνικά. Δεύτερο, γιατί μια διάλεξη ενός πολιτικού φιλοσόφου, που δεν αναφέρεται στην επικαιρότητα και που γίνεται όχι στα ελληνικά αλλά στα αγγλικά τραβάει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, και κυρίως νεολαίας, αν και στο αμφιθέατρο ήταν όλες οι ηλικίες. Καθόλου συνηθισμένο, που δείχνει τη δίψα του κόσμου για κάτι άλλο εκτός της στενής και μίζερης πραγματικότητας. Που θέλει να σκεφτεί με προοπτική και ευρείς ορίζοντες. Τρίτο, γιατί ο συγκεκριμένος φιλόσοφος δεν ανήκει στα κλασικά ονόματα και στο παραδοσιακό ιδεολογικό κλίμα της Αριστεράς. Είναι ενδιαφέρον ότι ο μεταμοντερνισμός που κάποτε λοιδορούνταν και καταδικαζόταν μέσα στην Αριστερά, και μέσα στον οποίον ταξινομούνταν πολλές και διαφορετικές απόψεις που απλώς διατάρασσαν τις παλιές ισορροπίες χωρίς να κατανοείται η ριζοσπαστική τους δυναμική, συναντιέται τώρα με τη ριζοσπαστική πολιτική. Γίνεται πια κατανοητό πως καινούργιες πραγματικότητες θέλουν καινούργια νοητικά εργαλεία.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ
 ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ, Εκδοχές της πόλης: Simmel - Benjamin - Cassiari - Adorno, εκδόσεις Εξάρχεια, σελ. 61
Σήμερα, που η σπίθα της αντίστασης των ενεργών κοινοτήτων των πολιτών μεταλαμπαδεύεται από ήπειρο σε ήπειρο, από χώρα σε χώρα, από μητρόπολη σε μητρόπολη, και ο δημόσιος χώρος των πλατειών αναδεικνύεται σε πεδίο πολιτικών διεργασιών και κοινωνικών διαμαρτυριών. Σήμερα, που οι πόλεις, κατεξοχήν πεδία αντιθέσεων, αντιφάσεων και ανισοτήτων που παράγονται από τη ραγδαία αστικοποίηση, την καπιταλιστική υπερσυσσώρευση και την ταξική εκμετάλλευση, βρίσκονται στο προσκήνιο των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων. Ο αναστοχασμός πάνω στις σημαντικές θεωρίες του εικοστού αιώνα που καθοδήγησαν τη νεωτερική σκέψη, αναφορικά με τη συνθήκη της μητροπολιτικής κατοίκησης, είναι δραματικά επίκαιρος και διαφωτιστικός, και παράλληλα γεννά μια ενδιαφέρουσα προβληματική για τον αναπροσδιορισμό των νεωτερικών αξιών και προταγμάτων.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Το παράρτημα Ελλάδας του Ινστιτούτου αναβάθμισε τη διαδικτυακή του παρουσία
Και το καλωσόρισμα:

Η καινούργια ιστοσελίδα μας, www.rosalux.gr, είναι έτοιμη! Επισκεφτείτε την για να ενημερωθείτε για τις περασμένες και τις προσεχείς εκδηλώσεις του Παραρτήματος Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Μια αναδρομή στη μακριά πορεία του διεθνούς εργατικού κινήματος - Του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου

Αναδημοσίευση από το RedNotebook
Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Τόπος, το πρώτο βιβλίο από την τρίτομο έργο του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου «Η Άνοδος και η Πτώση των Εργατικών Διεθνών - Κύκλος 1ος: Από τους Προδρόμους στην 1η Διεθνή». Παρουσιάζουμε εδώ ένα εκτενές απόσπασμα του Προλόγου που μας παραχώρησε ευγενικά ο συγγραφέας.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

 ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΡΥΣΗ

Τα δύο προσχέδια και η τελική εκδοχή της συγγραφής του Karl Marx Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία διαμορφώθηκαν εν πολλοίς το Μάιο του 1871. Στις 30 Μαΐου 1871, λίγες μέρες μετά την οριστική κατάρρευση της παρισινής Κομμούνας, το Γενικό Συμβούλιο της «Διεθνούς Ένωσης Εργατών», της γνωστής μας Α' Διεθνούς, ενέκρινε το κείμενο του Εμφύλιου πολέμου στη Γαλλία, το οποίο και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο περί τα μέσα Ιουνίου 1871. Ο πραγματικός αποδέκτης του έργου, που κυκλοφόρησε ευρύτερα και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες από την επομένη της δημοσίευσής του, ήταν οι εργατικές τάξεις της Ευρώπης, και όχι μόνο, δεδομένου ότι ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία δημοσιεύτηκε την ίδια περίοδο και στις ΗΠΑ.


Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Του Μιχάλη Σκομβούλη
 
 «De te fabula narratur»*

Στις 14 Μαρτίου 1883 πέθανε στο Λονδίνο ο Καρλ Μαρξ, φέτος δηλαδή συμπληρώνονται 130 χρόνια από το θάνατο του. Ο πιστός σύντροφος του Μαρξ, Φρήντριχ Ένγκελς, είχε πει στον επικήδειο λόγο του: «Το όνομα και το έργο του θα ζήσουν στους αιώνες». Ίσως όμως δεν μπορούσε ούτε και ο ίδιος να φανταστεί πόσο ακριβές θα αποδεικνύονταν αυτό που έλεγε. Μπροστά στην παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση –ή θα ήταν καλύτερα να γράψουμε παγκόσμια καπιταλιστική αναδιάρθρωση–, τις συνέπειες της οποίας ο καθένας μας ζει στην κυριολεξία στο «πετσί» του, ποιος πραγματικά θα μπορούσε να ισχυριστεί, χωρίς να γελοιοποιηθεί, ότι το έργο του Μαρξ για τον καπιταλισμό και για τις κυκλικές κρίσεις-εκκαθαρίσεις του, είναι σήμερα «ξεπερασμένο». Δυστυχώς –δυστυχώς ακόμη και για τον ίδιο το Μαρξ, τον μοναδικό ίσως στοχαστή που αποζητά την αυτοκατάργηση του μέσα από την ιστορία–, η μαρξική ανάλυση συνεχίζει να «νικάει» οποιαδήποτε άλλη ανάλυση για τον καπιταλισμό. 

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Σήμερα συμπληρώνονται 130 χρόνια από τον θάνατο του Καρλ Μαρξ.
Στις 14 Μαρτίου 1883, η πολυτάραχη και τόσο δημιουργική ζωή του γερμανού στοχαστή φτάνει στο τέλος της. Ο επιστήθιος φίλος του Φρίντριχ Ένγκελς τον αποχαιρετά χαρακτηρίζοντάς τον στον επικήδειο λόγο του ως «τον πιο συκοφαντημένο άνθρωπο της εποχής του». Της Κατρίν Αλαμάνου

Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) είδε την Ιστορία ως μια διαλεκτική διαδικασία, στην οποία εσωτερικές δυνάμεις προκαλούν μεταβολή και τροποποίηση της συνολικής οικονομίας.

Η μεταβολή αυτή, που κινεί την Ιστορία, είναι το αποτέλεσμα της αντίφασης ανάμεσα σε μία θέση και την αντίθεση της. Η σύνθεση της θέσης και της αντίθεσης δημιουργούν μια νέα θέση, μια νέα μορφή. Έτσι ξεκινά εκ νέου η ίδια διαδικασία, η διαλεκτική διαδικασία.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Η 8η θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ
 
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

(Το έργο του Φρίντριχ Έγκελς Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Neue Ζeit», τέταρτος χρόνος, αρ. 4 και 5 και κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση σε βιβλίο το 1888 από τον οίκο I.Η.W. Dietz, Stuttgart. Σε παράρτημα του βιβλίου συμπεριλαμβάνονται οι 11 θέσεις του Μαρξ. Στα ελληνικά το βιβλίο με το παράρτημα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αθηνά το 1927 σε μετάφραση Κ. Ζαχαριάδη, από τις εκδόσεις Θεμέλιο το 1967 σε μετάφραση Φ. Φωτίου, και από τις εκδόσεις Ερατώ το 2004 σε μετάφραση Γ. Μπλάνα.)

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

 ΤΟΥ ΛΑΟΚΡΑΤΗ ΒΑΣΣΗ

Οι εκδόσεις «Στοχαστής» αποχαιρέτησαν το 2012 με δυο ακόμη βιβλία για τον Αντόνιο Γκράμσι, που με τη διαρκή επικαιρότητα της σκέψης του μας βοηθάει να «αναγιγνώσκουμε» όσο πιο σωστά γίνεται την πολύ δύσκολη πραγματικότητά μας.
Στο πρώτο, με τίτλο: Ξαναδιαβάζοντας τον Γκράμσι, ο Λουκάς Αξελός, απ’ τους έγκριτους μελετητές του «υποδειγματικού επαναστάτη διανοούμενου», όπως χαρακτηρίζει τον μεγάλο Ιταλό στοχαστή, πέραν της περιπέτειας της έκδοσης των έργων του στην Ελλάδα, που κάθε άλλο παρά στερείται πολιτικής σημασίας, καταθέτει μια θεωρητική ιχνηλασία των κορυφώσεων της γκραμσιανής σκέψης, που όχι μόνο μας διευκολύνει στην ουσιαστική της πρόσληψη, αλλά και απαντάει με τον πιο πειστικό τρόπο στο γιατί αυτή η σκέψη, που συμπληρώνει κρίσιμα κενά στη μαρξιστική θεωρία, είναι εξακολουθητικά και ανεκτίμητα επίκαιρη. Ενώ στο δεύτερο, με τίτλο: Για την αλήθεια - ή για το να λέμε την αλήθεια στην πολιτική, μας προσφέρει, μαζί με δυο εισαγωγικά του δοκίμια, μια εξαιρετική ανθολόγηση των καλύτερων έργων του Αντόνιο Γκράμσι, μεταξύ των οποίων τα κορυφαία του: Παρελθόν και παρόν, Οι διανοούμενοι και η οργάνωση της κουλτούρας, IL Risorgimento, Για τον Μακιαβέλι. Κι είναι το βιβλίο αυτό ο όγδοος τόμος στην πολύ σημαντική για την ποιοτική αριστερή μας παιδεία εκδοτική σειρά του «Στοχαστή» για τον Γκράμσι, που καθώς έρχεται σαράντα χρόνια απ’ την έκδοση του πρώτου τόμου, των Διανοουμένων, είναι για τον επιμελητή του ένας «τόμος μνήμης, επαναστοχασμού και κριτικής επαναθεμελίωσης με στόχο το μέλλον».

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

του Δημητρη Χριστοπουλου 
αναδημοσίευση από τα Ενθέματα

Ποια μεταρρύθμιση;
Στις μέρες μας μιλάμε συνέχεια για μεταρρυθμίσεις, χωρίς να προσδιορίζουμε για τι συζητάμε. Ξεκινώ λοιπόν από την παραδοχή ότι «μεταρρυθμίσεις» κενές περιεχόμενου δεν δύνανται να υπάρχουν, αφού καμιά διαδρομή δεν έχει νόημα αν δεν αναφέρουμε «από πού προς τα πού». Έτσι και η μεταρρύθμιση. Όσο σημαντική όμως είναι η μεταρρύθμιση για τον νεοφιλελευθερισμό, διότι με αυτήν καταστρέφει και δημιουργεί, άλλο τόσο είναι και για ένα πειστικό πρόγραμμα ανατροπής του. Διότι και αυτό καλείται να καταστρέψει αλλά, κυρίως, να δημιουργήσει.
Η κυρίαρχη περί μεταρρύθμισης αντίληψη κανοναρχεί σε όλα τα πεδία τις νέες αλήθειες της τεχνολογίας του κυβερνάν, με τον ίδιο τρόπο που οι αλήστου μνήμης Κεντρικές Επιτροπές του ΚΚΣΕ έθεταν τη σοβιετική κοινωνία ενώπιον απίθανων πλάνων παραγωγής με προβολή δεκάδων ετών στο μέλλον και ολέθρια αποτελέσματα: όπως ακριβώς ακούμε εδώ και μερικά χρόνια τους ενσαρκωτές του κυρίαρχου μεταρρυθμιστικού λόγου να υπαγορεύουν το μέλλον μας μέσω προβλέψεων που διαρκώς διαψεύδονται.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΗΛΙΑΔΗ*

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 104

Το βιβλίο των Σεβαστάκη-Σταυρακάκη καταπιάνεται με κεντρικά ερωτήματα στη σημερινή πολιτική συγκυρία, όπως το τι είναι λαϊκισμός, πώς συνδέεται το «λαϊκό» με το «λαϊκιστικό», αλλά και το τι συγκροτεί τον σύγχρονο αντιλαϊκιστικό λόγο στην Ελλάδα, πώς εξηγείται η ριζοσπαστικοποίησή του και πώς τα παραπάνω επηρεάζονται από την κρίση. Με ρητή στόχευση «τον αναστοχασμό της δημοκρατίας», ανοίγει μια συζήτηση από τη σκοπιά της πολιτικής θεωρίας για την εννοιολόγηση και χρήση κατηγοριών που βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, παρεμβαίνοντας με κρίσιμο τρόπο σε μια συζήτηση που έχει μόλις ανοίξει.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Η συγγραφέας και καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Φωτεινή Τσαλίκογλου σχολιάζει το άρθρο «Η κοινοτοπία του κακού», το οποίο έγραψε ύστερα από επίσκεψή της στην Αθήνα, η Laura Boldrini, υπέυθυνη του Τομέα Ενημέρωσης του Περιφερειακού Γραφείου της Υ.Α. για τη Νότια Ευρώπη.

Yπάρχει κάτι που φοβίζει περισσότερο από τη βία – είναι η αποδοχή της από αυτόν που την υφίσταται. Η αίσθηση ότι «έτσι είναι τα πράγματα και δεν γίνεται αλλιώς», ότι πρέπει κάπου, κάπως, προκειμένου να επιβιώσεις, να αποδεχτείς ως φυσικό, ή ως αναγκαίο το αποτρόπαιο. Η ταύτιση αυτή του εαυτού σου με ένα αξιοκαταφρόνητο και άρα άξιο κακοποίησης αντικείμενο είναι αφάνταστα βλαβερή, όχι μόνο για την υπόθεση της ψυχικής υγείας, αλλά και για την αξιακή θεμελίωση του ίδιου του πολιτισμού μας.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Του Δημήτρη Μπελαντή
«Πρέπει να δημιουργήσουμε μια Κεντρική Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, με κοινές συμφωνίες (άρσης) φόρων και δασμών, η οποία θα περιλαμβάνει την Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Δανία, την Αυστροουγγαρία, την Πολωνία και ίσως την Ιταλία, Σουηδία και Νορβηγία. Αυτή η Ένωση  δεν θα έχει μόνο συντακτική ανώτατη εξουσία, κατά τρόπο που όλα τα μέλη της θα είναι ίσα, αλλά στην πραγματικότητα θα τεθεί υπό γερμανική ηγεσία και πρέπει να σταθεροποιήσει την γερμανική οικονομική κυριαρχία στην Μέση Ευρώπη (“ Mitteleuropa”)» [1].

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Οι μεταρρυθμίσεις έχουν αναχθεί σε μείζον ζήτημα και βασικό κριτήριο για την πορεία της χώρας, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, η ανάγκη μεταρρυθμίσεων προβάλλεται ως επείγουσα, σε μια σειρά χώρες, σχεδόν στο σύνολο. Ποια χώρα δεν υπόκειται σε μεταρρυθμίσεις;
Στο μέτρο βέβαια που ποτέ και πουθενά τα πράγματα δεν λειτουργούν τέλεια, πάντοτε θα χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Τι πιο φυσικό; Οι μεταρρυθμίσεις είναι έκφραση της νεωτερικότητας και της επιθυμίας βελτίωσης της κοινωνίας. Νεωτερικότητα σημαίνει την ικανότητα μιας χώρας να αυτορρυθμίζεται. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες γίνεται λόγος δεν αφορούν γενικώς βελτιώσεις και αλλαγές. Πρόκειται για συγκεκριμένο πακέτο πολιτικής, με συγκεκριμένη κατεύθυνση και στοχοθεσία.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Του
Μπερνάρ Κασέν*


Μπορεί να αναπτυχθεί ένα αριστερό εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο για την Ευρώπη στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι σημερινοί θεσμοί της ΕΕ; Σ’ αυτό το κρίσιμο για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο Μπερνάρ Κασέν, καθηγητής του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Παρί –VII.

Είναι, άραγε, εφικτή μια Ευρώπη αριστερή, δηλαδή πραγματικά δημοκρατική, κοινωνική, αλληλέγγυα και οικολογική, που έχει ξεκόψει οριστικά από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές; Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μας κάνουν να σκεφτούμε ότι ο Φρανσουά Ολάντ δεν το πίστεψε ποτέ. Στις 6 Μαΐου 1992, απλός βουλευτής τότε, από το βήμα της εθνοσυνέλευσης δήλωνε: «Επειδή έχουμε αποδεχθεί την παγκοσμιοποίηση, υποβαλλόμαστε σήμερα σε καταναγκασμούς νομισματικούς, δημοσιονομικούς, οικονομικούς. Η μόνη συζήτηση που έχει νόημα στο εξής, είναι περί του αν αποδεχόμαστε ή δεν αποδεχόμαστε τους κανόνες του διεθνούς καπιταλισμού. Αν μπούμε στο παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης, τότε αυτοί οι οικονομικοί, νομισματικοί και, επικουρικώς, ευρωπαϊκοί καταναγκασμοί είναι επιβεβλημένοι». Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή οικοδόμηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα υποσύνολο της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Του Σλάβοι Ζίζεκ

Τα δυο πρόσωπα του Ιανού

Για τον φιλελευθερισμό, τουλάχιστον στην πιο ριζοσπαστική μορφή του, η επιθυμία να υποβάλει κανείς το υποκείμενο σε ένα ηθικό ιδανικό –το οποίο θεωρείται καθολικό και γι αυτό καθολικώς δεσμευτικό- είναι η μητέρα όλων των εγκλημάτων, «το έγκλημα που εμπεριέχει όλα τα εγκλήματα», γιατί συνίσταται στην  κτηνώδη επιβολή των απόψεων του ενός στους άλλους και είναι, γι΄ αυτό, η γενεσιουργός αιτία της κοινωνικής αναταραχής. Έτσι, ισχυρίζονται οι φιλελεύθεροι, αν κανείς επιθυμεί να εγκαθιδρύσει κοινωνική ειρήνη και ανεκτικότητα, η πρώτη προϋπόθεση είναι να ξεφορτωθεί κάθε ηθικό πειρασμό:  η πολιτική πρέπει να αποκαθαρθεί σχολαστικά από ηθικές ιδέες και να γίνει «ρεαλιστική», παίρνοντας τους ανθρώπους όπως είναι, υπολογίζοντας την πραγματική τους φύση και όχι ηθικές προτροπές.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Του Χρήστου Λάσκου και του Ευκλείδη Τσακαλώτου
Αύριο, Δευτέρα 5 Νοεμβρίου στο αμφιθέατρο Δρακοπούλου (Πανεπιστήμιο Αθηνών) στις  7 μ.μ., ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και ο Αλέξης Τσίπρας παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Χρ.  Λάσκου και του Ευ. Τσακαλώτου (με τη συνεργασία του Μιχάλη Βεληζιώτη) 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι (εκδ. ΚΨΜ). Προδημοσιεύουμε, ως πρώτη γεύση, ένα τμήμα της εισαγωγής.

Popular Posts

Blog Archive

Download

Translate

ένα φως που δεν σβήνει ποτέ

ένα φως που δεν σβήνει ποτέ

Αναζήτηση του ιστολογίου

Copyright © ΦΡΥΚΤΩΡΙΑ | Powered by Blogger
Design by Dizzain Inc | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com